Ο Εμμανουήλ Καραλής και ο Μίλτος Τεντόγλου ενσαρκώνουν μια αθλητική εποχή όμοια της οποίας δεν έχει δει το έθνος. Ο ελληνικός στίβος είχε τις εξάρσεις του ιστορικά, αλλά με την εξαίρεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, τελούσε υπό σκιά. Ο Κωνσταντίνος Τσικλητήρας και ο Γιώργος Ρουμπάνης ήταν επί 80ετία, σχεδόν, οι μόνοι ολυμπιακοί ήρωες. Η Βούλα Πατουλίδου ήρθε το 1992 για να προϋπαντήσει, ουσιαστικά, τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004. Έπειτα, ό,τι συνέβη μετράει διαφορετικά. Εξάλλου, μετά τη Βαρκελώνη, η Ελλάδα ξεκίνησε τις προετοιμασίες για τους δικούς της Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτό μετέτρεψε σε καθαρή δουλειά το στίβο.
Περίπου ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, δύο άλτες με φαινομενικά λίγα κοινά, χαράζουν τη δική της κατά μόνας και κοινή διαδρομή. Ο Εμμανουήλ Καραλής και ο Μίλτος Τεντόγλου διαποτίζουν την εποχή με μια εσάνς που δεν τους κάνει απλώς ξεχωριστούς. Τους καθιστά, κυρίως, αλησμόνητους.
Εμμανουήλ Καραλής: Το μετάλλιο του Τεντόγλου
Καθένας προσδιορίζει τη φιλία όπως θέλει, οπότε δεν είναι σαφές αν ο Εμμανουήλ Καραλής και ο Μίλτος Τεντόγλου είναι φίλοι. Σίγουρα, μοιάζουν τέτοιοι. Είναι, εξάλλου, πλέον στο ίδιο μπλοκ, αφού αυτός ο αληθινός σοφός Νέστορας του ελληνικού αθλητισμού, Γιώργος Πομάσκι, δουλεύει με αμφότερους. Ο Καραλής δεν βλέπει μόνο πρόσφορο έδαφος για να πειράξει τον Τεντόγλου. Το κάνει, επειδή καταλαβαίνει ότι η δική του καλή προαίρεση έχει ανταπόκριση. Μέσα από μια δυνητική άρνηση ομνύει στο χαρακτήρα του. Η πλάκα με το μετάλλιο ήταν σαφής, αλλά περισσότερο από αυτό ο ένας για τον άλλον μοιάζει να συμπληρώνει τα παιδικά κενά του. Ο Καραλής, με όλη την αεικινησία, πιθανώς καταλαβαίνει τη σημασία του Τεντόγλου στον προσωπικό χώρο. Ο Τεντόγλου, με τον ενδεχομένως κάπως περίπλοκο της κοινωνικής συνεννόησης, βλέπει το συναθλητή του με τα μάτια του δέους και εξαλείφει τον ανταγωνισμό. Αμφότεροι επαναπροσδιορίζουν συναπτώς εαυτόν μέσα στα μάτια του άλλου.
SUPER ΔΩΡΑ ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Προσωπική περηφάνια
Αυτό που έχουν κάνει με τεράστια επιτυχία ο Εμμανουήλ Καραλής και ο Μίλτος Τεντόγλου, είναι να εξαλείψουν τις εθνικιστικές κορώνες. Στάζουν μέλι για την Ελλάδα, αλλά υπερτονίζουν τα κακώς κείμενα. Φέρνουν, κιόλας, στην επιφάνεια την προσωπική περηφάνια και δεν λαϊκίζουν. Τη νέα εποχή αθλητών πρώτα και έπειτα πρωταθλητών θεμελιώνουν τα δύο κορυφαία παραδείγματα που θα μπορούσε να έχει κάποιος.




